ρήμ. πονώ
ουσ. πόνος


My head aches.
Έχω πονοκέφαλο.
発音 発音 発音 Report Error!
This reminds me of a Greek proverb: you cannot chop off your head just because you have tooth ache.
Αυτό θα μου θύμιζε μια ελληνική παροιμία που λέει ότι δεν μπορείς να κόβεις το κεφάλι σου όταν πονάει το δόντι σου.
発音 発音 発音 Report Error!
However, that will certainly not cure my stomach ache.
Αυτό όμως δεν θεραπεύει κατά κανένα τρόπο το βάρος στο στομάχι μου.
発音 発音 発音 Report Error!
I am sorry to tell you that I have a bit of stomach ache.
Συγχωρέστε με, διότι αισθάνομαι βάρος στο στομάχι.
発音 発音 発音 Report Error!
I see that Mr Gollnisch is aching to say something.
Βλέπω ότι ο κ. Gollnisch επιμένει να μιλήσει.
発音 発音 発音 Report Error!
A slow foxtrot makes your back ache, and your partner may end up disappointed.
Ένα αργό φόξτροτ κάνει την πλάτη σου να πονέσει και ο παρτενέρ σου μπορεί στο τέλος να απογοητευθεί.
発音 発音 発音 Report Error!
The result is a cake that gives them belly ache.
Το αποτέλεσμα είναι μια τούρτα που τους φέρνει στομαχόπονο.
発音 発音 発音 Report Error!


1. hurt: pain, suffer, throb
2. pain: agony, twinge, pang, spasm

dictionary extension