alive

発音
επίθ. ζωντανός, ζων

例文

Everything was very green, very alive, full of forests and cows, that produce some of the best milk in Europe.
Τα πάντα ήταν πολύ πράσινα, πολύ ζωντανά, γεμάτα από δάση και αγελάδες, οι οποίες παράγουν ένα από τα καλύτερα γάλατα στην Ευρώπη.
発音 発音 発音 Report Error!
"Is he alive or dead?" "He's alive."
«Είναι αυτός ζωντανός ή νεκρός;» «Είναι ζωντανός.»
発音 発音 発音 Report Error!
He is still alive.
Αυτός είναι ακόμα ζωντανός.
発音 発音 発音 Report Error!
I believe Elvis is still alive.
Πιστεύω ότι ο Έλβις είναι ακόμα ζωντανός.
発音 発音 発音 Report Error!
I want them alive.
Τους θέλω ζωντανούς.
発音 発音 発音 Report Error!
Is her father alive?
Είναι άραγε ο πατέρας της εν ζωή;
発音 発音 発音 Report Error!
She's still alive.
Αυτός είναι ακόμα ζωντανός.
発音 発音 発音 Report Error!
This thing is alive.
Αυτό το πράγμα είναι ζωντανό.
発音 発音 発音 Report Error!
This thing isn't alive.
Αυτό το πράγμα δεν είναι ζωντανό.
発音 発音 発音 Report Error!
Nevertheless, they are still alive, and I think solidarity is the key.
Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν ακόμη, και νομίζω ότι η αλληλεγγύη είναι η απάντηση.
発音 発音 発音 Report Error!

同義語

1. bustling: alert, lively, swarming, brisk, quick, stirring, active
2. having life: animate, breathing, living, vital, active, mortal
3. existent: extant, working, operative, functioning



dictionary extension
© dictionarist.com