forbidding

発音
επίθ. αποκρουστικός, απογορευτικός

例文

I forbid smoking in my room.
Απαγορεύω το κάπνισμα στο δωμάτιό μου.
発音 発音 発音 Report Error!
I thought it was forbidden.
Σκέφτηκα ότι αυτό είναι απαγορευμένο.
発音 発音 発音 Report Error!
It is forbidden to smoke on school premises.
Απαγορεύεται το κάπνισμα στις σχολικές εγκαταστάσεις.
発音 発音 発音 Report Error!
Smoking is strictly forbidden here.
Το κάπνισμα εδώ απαγορεύεται αυστηρά.
発音 発音 発音 Report Error!
The US asserts in front of the WTO that all Internet betting is forbidden there, but that is not true.
Οι "ΠΑ διαβεβαιώνουν στον ΠΟΕ ότι εκεί απαγορεύονται όλα τα διαδικτυακά στοιχήματα, αλλά αυτό δεν είναι αληθές.
発音 発音 発音 Report Error!
I imagine that the Quaestors will have something to say about that, Mr Batten, because it is forbidden to use that money for such things.
Φαντάζομαι ότι οι δικαστές θα έχουν κάτι να πουν γι' αυτό, κύριε Batten, μιας και οι συγκεκριμένες χρηματοδοτήσεις απαγορεύεται να χρησιμοποιούνται για τέτοιους σκοπούς.
発音 発音 発音 Report Error!
(NL) Mr President, it is forbidden to export waste to developing countries.
(NL) Κύριε Πρόεδρε, απαγορεύεται η εξαγωγή αποβλήτων προς αναπτυσσόμενες χώρες.
発音 発音 発音 Report Error!
We can forbid certain materials and activities.
Μπορούμε να απαγορεύσουμε ορισμένα υλικά και ορισμένες δραστηριότητες.
発音 発音 発音 Report Error!
Therefore, the use of bangers and flash bangers by the general public will remain forbidden in many Member States in future.
Ως εκ τούτου, η χρήση κροτίδων και βεγγαλικών από το ευρύ κοινό θα παραμείνει απαγορευμένη σε πολλά κράτη μέλη στο μέλλον.
発音 発音 発音 Report Error!
Tibetans are forbidden from doing anything to rescue their own culture, identity and religion.
Οι Θιβετιανοί απαγορεύεται να προβούν σε οιοδήποτε διάβημα για τη διάσωση του πολιτισμού, της ταυτότητας και της θρησκεία τους.
発音 発音 発音 Report Error!




dictionary extension
© dictionarist.com