subsistence level

発音
ουσ. επίπεδο στοιχειώδουσ συντήρησησ

例文

EU food aid is very important in a period of crisis, as the number of unemployed increases and the subsistence level falls.
Το επισιτιστικό πρόγραμμα της ΕΕ είναι πολύ σημαντικό σε μια περίοδο κρίσης, δεδομένου ότι ο αριθμός των ανέργων αυξάνει και το επίπεδο διαβίωσης πέφτει.
発音 発音 発音 Report Error!
More than 90% of pensioners are surviving on income which is below subsistence level.
Περισσότερο από το 90% των συνταξιούχων επιβιώνουν με εισόδημα μικρότερο από το επίπεδο στοιχειώδους διαβίωσης.
発音 発音 発音 Report Error!
Europe did not become what it is today just by eliminating poverty and living at subsistence level.
" Ευρώπη δεν κατέστη αυτό που είναι σήμερα απλώς εξαλείφοντας τη φτώχεια και ζώντας στο όριο της απλής επιβίωσης.
発音 発音 発音 Report Error!
The minimum wage has been reduced in Latvia, and it is lower than the subsistence level.
Ο ελάχιστος μισθός μειώθηκε στη Λετονία, και βρίσκεται κάτω από το επίπεδο διαβίωσης.
発音 発音 発音 Report Error!
A country that in the year 2000 can provide one million barrels of oil and where 60 % of the population lives below the subsistence level.
Μία χώρα που μπορεί να παραγάγει το 2000 ένα εκατομμύριο βαρέλια πετρέλαιο και όπου το 60 % του πληθυσμού ζεί κάτω από το όριο της φτώχειας.
発音 発音 発音 Report Error!


dictionary extension
© dictionarist.com