[survive] ρήμ. επιζώ


All forms of life have an instinctive urge to survive.
Σε όλες τις μορφές της ζωής υπάρχει η ενστικτώδης τάση για επιβίωση.
発音 発音 発音 Report Error!
No one will survive.
Κανείς δεν θα επιζήσει.
発音 発音 発音 Report Error!
The result of this solution can only be a successor company which is competitive and can survive on the market.
Το αποτέλεσμα αυτής της λύσης μπορεί να είναι μόνο μια διάδοχος εταιρεία η οποία είναι ανταγωνιστική και μπορεί να επιβιώσει στην αγορά.
発音 発音 発音 Report Error!
The European Union cannot survive with new demarcation lines.
Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να επιβιώσει με νέες διαχωριστικές γραμμές.
発音 発音 発音 Report Error!
- (DA) Mr President, I would like to say something regarding the large subsidies that are paid to undertakings that may not survive.
- (DA) Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να αναφερθώ στις μεγάλες επιδοτήσεις που καταβάλλονται σε επιχειρήσεις οι οποίες ενδέχεται να μην επιβιώσουν.
発音 発音 発音 Report Error!
However, some might not be able to survive long enough to see the results of these measures.
Ωστόσο, ορισμένοι μπορεί να μην ζήσουν αρκετά ώστε να δουν τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων.
発音 発音 発音 Report Error!
Unfortunately, only one person survived the disaster.
Δυστυχώς, μόνο ένας επιβαίνων επέζησε από την καταστροφή.
発音 発音 発音 Report Error!
The European Fisheries Fund must be activated to secure resources, and with this money we will help our fishermen to survive.
Πρέπει να ενεργοποιηθεί το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας, να εξασφαλισθούν πόροι και με αυτά τα χρήματα να βοηθήσουμε τους αλιείς μας για να μπορέσουν να επιβιώσουν.
発音 発音 発音 Report Error!
The industry needs financial resources in order to survive and work must be done on this in the short term.
Ο κλάδος χρειάζεται οικονομικούς πόρους για να επιβιώσει και πρέπει να γίνει δουλειά γι' αυτό βραχυπρόθεσμα.
発音 発音 発音 Report Error!
As young people look to the future they see that they cannot survive on the present income that this sector provides.
Καθώς οι νέοι ατενίζουν το μέλλον βλέπουν ότι δεν μπορούν να επιβιώσουν με το σημερινό εισόδημα που εξασφαλίζει ο κλάδος αυτός.
発音 発音 発音 Report Error!


flourishing: thriving, profitable, prospering, successful, going along fine

dictionary extension